Στην σελίδα αυτή γίνεται μια πρώτη προσπάθεια κριτικής θεώρησης του μοντέλου TPACK από κοινωνιολογική άποψη.
Σύμφωνα με τον S. Ball (2004) και τους McNess, Broadfoot and Osborn (2003), αυτό που αποκαλούμε ''νεο-επαγγελματισμό'', ''επαν-επαγγελματισμό'', ή ακόμα και ''μετα-μοντέρνο επαγγελματισμό'' δεν είναι κατ' ουσίαν καν επαγγελματισμός.
Στην σύγχρονη θεώρηση του όρου ''επαγγελματισμός'' η έννοια ''αποτελεσματικότητα-effectiveness'' παραπέμπει στα μετρούμενα και επιδεικνυόμενα αποτελέσματα και μόνον (μοντέλα επιτελεστικά-performance models). Η εκτελεσιμότητα και η ενιαία διοίκηση (performativity and managerialism, ακόμα ένας -ισμός εκτός του επιστημονισμού, παιδαγωγισμού και τεχνολογισμού) είναι οι δύο κυρίαρχες μορφές, των πρωταρχικών τεχνολογιών, των αλλαγών της κυριαρχούσας εκπαιδευτικής πολιτικής. Είναι δε δύο έννοιες άμεσα συνδεδεμένες με τις έννοιες της σχολικής αποτελεσματικότητας και της σχολικής βελτίωσης. Οι έννοιες αυτές (και συνεπώς και οι υποστηρίζουσες αυτές τεχνολογίες) χρησιμοποιούμενες μαζί προσφέρουν ένα αρκετά ελκυστικό πολιτικά και ''αποτελεσματικό'' κοινωνικά υποκατάστατο της κεντρικά καθοδηγούμενης εκπαίδευσης σε μια χώρα. Είναι έννοιες ''αεικίνητες'' και ''προσανατολισμένες στο μέλλον'' (S. Ball, 2004:7, ''restless and future-oriented technologies'').
Οι επιχειρούμενες αλλαγές στις σύγχρονες εκπαιδευτικές πολιτικές δε αλλάζουν μόνο ό,τι κάνουν οι εκπαιδευτικοί. Στοχεύουν και στην αλλαγή της κοινωνικής τους ταυτότητας (S. Ball, 2004:14, B. Bernstein, 1996: 73). Νέες μορφές επιτήρησης δημιουργούνται με τις έννοιες: ανταγωνιστικότητα, αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα (M. Foucault, 1975, ''Discipline and punish'').
Με τις επιχειρούμενες πρακτικές ''η ανθρώπινη συνθετότητα μεταπίπτει στην πιο απλοϊκή της μορφή, δηλαδή σε μια ''κατηγορία'' ή σε ένα ''αριθμό'' σε ένα πίνακα! (S. Ball, 2004: 7)''. Οι διάφορες παραλλαγές των μοντέλων και των συνδυασμών διαφέρουν τόσο μεταξύ των ερευνητών όσο και μεταξύ των ιδρυμάτων που τα υιοθετούν. Έτσι ακόμα και όταν πρόκειται για τα ίδια ή και για παρόμοια μοντέλα, η εφαρμογή τους και η ανταπόκριση εκ μέρους των εκπαιδευομένων μπορεί ή/και είναι κάθε φορά διαφορετική (S. Ball, 2004: 8). Σύμφωνα με τον Gilles Deleuze (1992), γινόμαστε ''dividuals'', ένα στατιστικό αγοραίο μέγεθος, ένα ''item'' μιας τράπεζας δεδομένων, ένα μέρος ενός πληθυσμιακού δείγματος. Και είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η όποια αγανάκτηση για την βιαιότητα της αλλαγής δεν μπορεί να στραφεί προς τις εθνικές κυβερνήσεις. Τα ζητήματα αυτά έχουν πάρει πλέον υπερεθνικό χαρακτήρα (Osborne, M., 1996).
Έρευνες έχουν καταδείξει ότι οι εκπαιδευτικοί όλο και περισσότερο ''κάνουν ό,τι τους λένε χωρίς να δίνουν σημασία σε οτιδήποτε άλλο...'' (S. Ball, 2004: 9). Αυτό που ο Bernstein αποκαλεί μηχανισμούς ενδοπροβολής (''mechanisms of introjection''), αντικαθίσταται από τους ''mechanisms of projection''. Ο εκπαιδευτικός παραδίδει την αυθεντικότητά του, τα πιστεύω του και την αποστολή του και προσανατολίζεται σε ό,τι είναι απλά αναγκαίο και απαιτούμενο. Τα πάντα θυσιάζονται προς χάριν των εντυπώσεων και της επιτελεστικότητας. Η χαρά της διδασκαλίας, οι λόγοι για τους οποίους έγινε κάποιος δάσκαλος φαίνεται να μην έχουν λόγο ύπαρξης στην αναδομημένη/τροποποιημένη τάξη (S. Ball, 2004: 10).
Αναφερόμενοι στο μοντέλο TPACK θα πρέπει να σημειώσουμε το κρίσιμο σημείο της χρήσης του. Αν το Τεχνολογικό του μέρος (Τ) χρησιμοποιηθεί επιβοηθητικά ως προς το ρόλο του εκπαιδευτικού (Ρ) τότε το αποτέλεσμα θα είναι θετικό. Αν όμως απλά χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο συμπλήρωσης του Περιεχομένου (C), το μοντέλο θα βρεθεί σε ρόλο απλού εργαλείου μιας άγνωστης εκπαιδευτικής πολιτικής. Επανερχόμενοι στις έννοιες των τριπόλων που αναπτύξαμε στην αντίστοιχη σελίδα (ΤΡΙΠΟΛΑ ΑΛΛΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ), υπενθυμίζουμε ότι το δυνατόν εκφράζεται από το C, το επιθυμητό από το Ρ και το εφικτό από το Τ. Το επιθυμητό δε (το παιδαγωγικό μέρος Ρ ή/και κοινωνικό/social) εκφράζει αυτό που αναφέρεται και ως ''αυθεντικό'' (authentic). To T λοιπόν, συμπερασματικά, θα μπορούσε να ενισχύσει τον παιδαγωγικό ρόλο του δασκάλου αντί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο μόνο μέτρησης της αποτελεσματικότητας του νέου συστήματος! Το μοντέλο TPACK με την απουσία του ''αυθεντικού δασκάλου'' θα βρεθεί στην διαδικασία της ρύθμισης (Acker and Feuerverger, 1997, Moore, Edwards, Halpin and George, 2002: 554). Με όρους Foucault (Foucault, 1980) η προκύπτουσα σήμερα γνώση είναι αναντίστοιχη με τον ρόλο του δασκάλου, είναι γνώση απλοϊκή, γνώση χωρίς ποιότητα.
ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Στην σελίδα αυτή γίνεται μια πρώτη προσπάθεια κριτικής θεώρησης του μοντέλου TPACK από κοινωνιολογική άποψη.
Σύμφωνα με τον S. Ball (2004) και τους McNess, Broadfoot and Osborn (2003), αυτό που αποκαλούμε ''νεο-επαγγελματισμό'', ''επαν-επαγγελματισμό'', ή ακόμα και ''μετα-μοντέρνο επαγγελματισμό'' δεν είναι κατ' ουσίαν καν επαγγελματισμός.
Στην σύγχρονη θεώρηση του όρου ''επαγγελματισμός'' η έννοια ''αποτελεσματικότητα-effectiveness'' παραπέμπει στα μετρούμενα και επιδεικνυόμενα αποτελέσματα και μόνον (μοντέλα επιτελεστικά-performance models). Η εκτελεσιμότητα και η ενιαία διοίκηση (performativity and managerialism, ακόμα ένας -ισμός εκτός του επιστημονισμού, παιδαγωγισμού και τεχνολογισμού) είναι οι δύο κυρίαρχες μορφές, των πρωταρχικών τεχνολογιών, των αλλαγών της κυριαρχούσας εκπαιδευτικής πολιτικής. Είναι δε δύο έννοιες άμεσα συνδεδεμένες με τις έννοιες της σχολικής αποτελεσματικότητας και της σχολικής βελτίωσης. Οι έννοιες αυτές (και συνεπώς και οι υποστηρίζουσες αυτές τεχνολογίες) χρησιμοποιούμενες μαζί προσφέρουν ένα αρκετά ελκυστικό πολιτικά και ''αποτελεσματικό'' κοινωνικά υποκατάστατο της κεντρικά καθοδηγούμενης εκπαίδευσης σε μια χώρα. Είναι έννοιες ''αεικίνητες'' και ''προσανατολισμένες στο μέλλον'' (S. Ball, 2004:7, ''restless and future-oriented technologies'').
Οι επιχειρούμενες αλλαγές στις σύγχρονες εκπαιδευτικές πολιτικές δε αλλάζουν μόνο ό,τι κάνουν οι εκπαιδευτικοί. Στοχεύουν και στην αλλαγή της κοινωνικής τους ταυτότητας (S. Ball, 2004:14, B. Bernstein, 1996: 73). Νέες μορφές επιτήρησης δημιουργούνται με τις έννοιες: ανταγωνιστικότητα, αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα (M. Foucault, 1975, ''Discipline and punish'').
Με τις επιχειρούμενες πρακτικές ''η ανθρώπινη συνθετότητα μεταπίπτει στην πιο απλοϊκή της μορφή, δηλαδή σε μια ''κατηγορία'' ή σε ένα ''αριθμό'' σε ένα πίνακα! (S. Ball, 2004: 7)''. Οι διάφορες παραλλαγές των μοντέλων και των συνδυασμών διαφέρουν τόσο μεταξύ των ερευνητών όσο και μεταξύ των ιδρυμάτων που τα υιοθετούν. Έτσι ακόμα και όταν πρόκειται για τα ίδια ή και για παρόμοια μοντέλα, η εφαρμογή τους και η ανταπόκριση εκ μέρους των εκπαιδευομένων μπορεί ή/και είναι κάθε φορά διαφορετική (S. Ball, 2004: 8). Σύμφωνα με τον Gilles Deleuze (1992), γινόμαστε ''dividuals'', ένα στατιστικό αγοραίο μέγεθος, ένα ''item'' μιας τράπεζας δεδομένων, ένα μέρος ενός πληθυσμιακού δείγματος. Και είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η όποια αγανάκτηση για την βιαιότητα της αλλαγής δεν μπορεί να στραφεί προς τις εθνικές κυβερνήσεις. Τα ζητήματα αυτά έχουν πάρει πλέον υπερεθνικό χαρακτήρα (Osborne, M., 1996).
Έρευνες έχουν καταδείξει ότι οι εκπαιδευτικοί όλο και περισσότερο ''κάνουν ό,τι τους λένε χωρίς να δίνουν σημασία σε οτιδήποτε άλλο...'' (S. Ball, 2004: 9). Αυτό που ο Bernstein αποκαλεί μηχανισμούς ενδοπροβολής (''mechanisms of introjection''), αντικαθίσταται από τους ''mechanisms of projection''. Ο εκπαιδευτικός παραδίδει την αυθεντικότητά του, τα πιστεύω του και την αποστολή του και προσανατολίζεται σε ό,τι είναι απλά αναγκαίο και απαιτούμενο. Τα πάντα θυσιάζονται προς χάριν των εντυπώσεων και της επιτελεστικότητας. Η χαρά της διδασκαλίας, οι λόγοι για τους οποίους έγινε κάποιος δάσκαλος φαίνεται να μην έχουν λόγο ύπαρξης στην αναδομημένη/τροποποιημένη τάξη (S. Ball, 2004: 10).
Αναφερόμενοι στο μοντέλο TPACK θα πρέπει να σημειώσουμε το κρίσιμο σημείο της χρήσης του. Αν το Τεχνολογικό του μέρος (Τ) χρησιμοποιηθεί επιβοηθητικά ως προς το ρόλο του εκπαιδευτικού (Ρ) τότε το αποτέλεσμα θα είναι θετικό. Αν όμως απλά χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο συμπλήρωσης του Περιεχομένου (C), το μοντέλο θα βρεθεί σε ρόλο απλού εργαλείου μιας άγνωστης εκπαιδευτικής πολιτικής. Επανερχόμενοι στις έννοιες των τριπόλων που αναπτύξαμε στην αντίστοιχη σελίδα (ΤΡΙΠΟΛΑ ΑΛΛΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ), υπενθυμίζουμε ότι το δυνατόν εκφράζεται από το C, το επιθυμητό από το Ρ και το εφικτό από το Τ. Το επιθυμητό δε (το παιδαγωγικό μέρος Ρ ή/και κοινωνικό/social) εκφράζει αυτό που αναφέρεται και ως ''αυθεντικό'' (authentic). To T λοιπόν, συμπερασματικά, θα μπορούσε να ενισχύσει τον παιδαγωγικό ρόλο του δασκάλου αντί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο μόνο μέτρησης της αποτελεσματικότητας του νέου συστήματος! Το μοντέλο TPACK με την απουσία του ''αυθεντικού δασκάλου'' θα βρεθεί στην διαδικασία της ρύθμισης (Acker and Feuerverger, 1997, Moore, Edwards, Halpin and George, 2002: 554). Με όρους Foucault (Foucault, 1980) η προκύπτουσα σήμερα γνώση είναι αναντίστοιχη με τον ρόλο του δασκάλου, είναι γνώση απλοϊκή, γνώση χωρίς ποιότητα.